Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Ανδρέας Μιχελιουδάκης.


Παράξενες μέρες έρχονται τώρα, πράγματα παράξενα θα γίνουνε σε λίγο τώρα που πια οι άνθρωποι δε με κοιτάζουνε στα μάτια κι ενώ Φαρσέρ πανέξυπνο ι με πλησιάζουνε κάθε μέρα γεμάτοι μ’υποσχέσεις ή απειλές, όλοι δολοΦόνοι να σκοτώσουν ύπουλα και σιωπηλά με βρόγχους είναι τόσα αυτά που με συνθλίβουν τώρα ακόμα τόσα τα βράδυα που λυπημένος γυρίζω το πρόσωπο στον τοίχο για να κλάψω (κανένας πια δε μου ξορκίζει το κακό) που ούτε κι’ όταν πεθάνω δεν πρόκειται να ησυχάσω, τυμβωρύχοι διαρκώς θα μπαινοβγαίνουν, κοριτσάκια που θα μου Φέρνουνε λουλούδια κι’εγώ τάχατες συγκινημένος θα τα παρασέρνω με κάποια σοκολάτα, συνωμότες τα μεσάνυχτα θα χτυπούνε συνθηματικά «άνοιξε, το σύνθημα είνΆΙΜΑ», , όλη νύχτα συμπλοκές σε μισοσκότεινες στοές, συνθλιμένο κρανίο, ανακάτεμα από μεβράνες κι αίμα τον βρήκαν παγωμένο το πρωί, κάποιος ύστερα που Φεύγει τοίχο-τοίχο, με ύποπτη βιασύνη, πανικός σα πάχνη τον φώτιζε καθώς άρχιζε να Φεύγει, τ’άσπρο πουκάμισο του δολοΦόνου που λένε, κάποτε-κάποτε οι Φίλοι που προβάλλουνε στα όνειρα μ’ένα πλήθος άσπρα σκουλίκια στα μαλλιά ν’αργοκουνιέται και ν’αναδύεται σιωπηλό, και η νεκρή μου ερωμένη, το κουΦάρι της νεκρής ερωμένης που δεν πέθωε ακόμη, οι Φίλοι στις ονειρώξεις που προτρέπουν σε κοινής ωΦελείας απαγχονισμούς γενικεύοντας τα έσω, το αίμα αντί για τους ανθρώπους που δεν μπορούν να μας ανήκουν, ανατριχιάζοντας που οι άνθρωποι μονάχα στον εαυτό τους μπορούνε ν’ανήκουν, ενώ οι θλιβερές μεταπτώσεις ‘αρρωστημένου δολοΦόνου παντιέρα στ’αδιέξοδο, εντοπίζοντας τον πόνο, παντιέρα στ’αδιέξοδο, ενοχές, ενοχές… Σ’αγαπώ εδώ μέρες παράξενες έρχονται.

γυμνο


Τέτοια σιωπή που ότι ήταν πριν ποτέ ξανά δεν θα' ναι απ' τον ξεσκισμένο ψίθυρο μιας λέξης χωρίς παρελθόν να' χει πει πάρα πολλά μην μπορώντας άλλο κάνοντας όρκο να μη σιωπήσει πια